σαλάμι

το, Ν
είδος αλλαντικού από λεπτοκομμένο χοιρινό ή μοσχαρήσιο κρέας, λίπος και μπαχαρικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. salame < ρ. salare «αλατίζω» < sale «αλάτι» < λατ. sal, salis «αλάτι»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαλάμι — το ιού (λ. ιταλ.), είδος λουκάνικου: Έφαγε ψωμί με σαλάμι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σαλαμιναφετέων — Σαλαμῑναφετέων , Σαλαμιναφέτης betrayer of Salamis masc gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαλαμιναφετῶν — Σαλαμῑναφετῶν , Σαλαμιναφέτης betrayer of Salamis masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαλαμίν — Σαλαμί̱ν , Σαλαμίς fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαλαμίς — Σαλαμί̱ς , Σαλαμίς fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Filócoro — Saltar a navegación, búsqueda Filócoro (Philochorus, Philókhoros Φιλόχορος) de Atenas (circa 340–267/261 a. C.)[1] escritor ateniense, contemporáneo de Eratóstenes, autor de obras sobre leyendas antiguas e historias de la Antigua Grecia …   Wikipedia Español

  • αλλαντικά — Προϊόντα, κυρίως από χοιρινό κρέας, που παρασκευάζονται με αλάτισμα (χοιρομέρι, σπάλα χοιρινή κλπ.) ή με κρέας ψιλοκομμένο και συντηρημένο μέσα σε περιβλήματα (σαλάμια, λουκάνικα κλπ.). To αλάτισμα, ως τρόπος συντήρησης των ωμών κρεάτων,… …   Dictionary of Greek

  • σάντουιτς — το, Ν άκλ. 1. πρόχειρο έδεσμα που αποτελείται από δύο φέτες ψωμιού αλειμμένες στο εσωτερικό τους με βούτυρο μεταξύ τών οποίων τοποθετείται ζαμπόν, τυρί, ντομάτα, σαλάμι κ.ά. υλικά 2. μτφ. κατασκευή από ξύλο ή μέταλλο με δύο όμοια εξωτερικά… …   Dictionary of Greek

  • σαλαμάκι — το, Ν υποκορ. τού σαλάμι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.